�ταν γεννι�ται ο �νθρωπος
τον θεωρο�ν αστ�ρι
και �λη η γη συνωμοτε�
η μο�ρα του, χαρ�ς να φ�ρει.
Μα το ρολ�ι της ζω�ς,
�ταν μετρ�ει τις �ρες,
μπορε� να φ�ρει ξαστερι�,
μπορε� να φ�ρει μπ�ρες.
Μικρ� παιδ�κι χα�ρεται,
τον π�νο δεν γνωρ�ζει
και κ�θε �νειρο τρελ�,
μ�σ’ το μυαλ� του χτ�ζει.
Καθ�ς ο χρ�νος προσπερν�
κι η μο�ρα του αλλ�ζει,
αλλ�ζει μαζ� του ο καιρ�ς
και με ψιχ�λες μοι�ζει.
Π�τ’ ε�ναι ο �λιος φωτειν�ς,
π�τε χτυπ�ει χαλ�ζι,
�ρχονται μ�ρες που γελο�ν
και ν�χτες που σωπα�νουν.
Ποια μο�ρα �ραγε θα ’ρθε�,
να του απλ�σει χ�ρι;
Θα ε�ναι �ραγε ζω�
� θ�νατο θα φ�ρει;
Θα �ρθουν φ�λοι καρδιακο�,
παρηγορι� στον π�νο,
μα θα ’ρθουν �μως και εχθρο�,
για να σου δ�σουν π�νο.
Αν �χεις μ�σα σου ψυχ�,
στη λ�πη να αντ�χει,
�να χαμ�γελο πλατ�,
παρηγορι� να �χει.
Και μη ξεχ�σεις �νθρωπε,
τα χρ�νια πως περνο�νε
κι �σα περν�νε χ�νονται
και π�σω δεν γυρνο�νε.
�κου και μια συμβουλ�,
απ’ �νθρωπο του π�νου,
να τα ξοδε�εις τα λεφτ�,
στα νι�τα σου και μ�νο.
Σαν θα γερ�σεις δεν θα θες,
καθ�λου να τα �χεις,
γιατ� το χρ�μα δεν μετρ�,
αν την υγει� δεν �χεις.
Αγ�πησε και γ�λασε,
π�νο να μην γνωρ�ζεις
κι �που τον δεις απλ�χερα,
αγ�πη να χαρ�ζεις.
Μην πεθυμ�σεις �νειρα,
που αν�κουνε σε �λλους.
Χτ�σε δικ� σου �νειρο
και κ�ντο πιο μεγ�λο.
Μην περιμ�νεις να σου πουν,
μπρ�βο οι εχθρο� σου.
Αγ�πα εσ� τους φ�λους σου
και ζ�σε τη ζω� σου.
|