Ανθρωπο - πο�ηση
Ηφα�στειο μ�σα στα τε�χη ανοχ�ρωτης ψυχ�ς,
η αναθ�μιαση και �φραξε τον οισοφ�γο.
Κ�τι σαν μεγ�λη πε�να � δ�ψα.
Ε�ναι η φωτι� της αγ�ννητης πο�ησης.
Φυλακισμ�νη η ορμ�, και το σπ�ρμα.
�πηξε στα γεννητικ� �ργανα των σεισμ�ν,
μπροστ� στην πιο θελκτικ� �παρξη.
Α�ναο το πλησ�ασμα σε μια ηδον�... που γενν� φαντ�σματα.
Τσακισμ�να γ�νατα και κ�κκαλα απ� α�ρα,
στο μεγ�λο β�μα της ακινησ�ας.
Τ' �πειρο και το τ�ποτα χειροκροτο�ν την κ�ρη τους,
που πρ�τη φορ� σ�ρνει τα β�ματ� της.
Στραγγαλισμ�να δειλιν�, το πρ�το της θαλ�σσης αντιφ�γγισμα.
Στο μουσικ� σ�μα των γραμμ�των,
εκε� που σαν κωφ�ς, ακο�ς τα π�ντα
ε�ναι το πρ�το κελ��δισμα της νεαρ�ς αηδ�νας.
Η πορφ�ρα στο ασπρ�δι των δακρ�ων.
Ο πρωτοειδωμ�νος, στα ορυχε�α της μν�μης θησαυρ�ς,
με στ�μφο οι απαγγελ�ες στα συμπ�σια των ποιητ�ν.
Θεατρικ�, μοιρολογο�ν την πο�ηση,
που π�ντα πεθα�νει ν�α.
Ο παροπλισμ�νος
Κ�που μακρι� θα 'χε συμβε�:
χιμ�ξανε σαν λ�αινες ορμητικ�ς.
Στου ματωμ�νο� τους κυν�δοντα την κορυφ�,
φ�τρωσαν κ�ποι σ' ουραν�ν αυλ�ς.
�διο, το πρ�το μου κορμ�
εξ�πλενε μελ�νι σε μια βρ�ση,
κι �να μολ�βι δεν κατ�φερε να βρει.
Το χ�ρι τους, με τη γραφ� ν' απαγχον�σει.
Ο κ�σμος β�ραινε στις πλ�τες μου,
σκοτ�δια εσιδ�ρωνε για φορεσι�.
Κι ο �τλας αραχτ�ς να μου γελ�,
αν�μεσα στους �λλους χ�ρτες μου.
Μ' �να περ�στροφο, τις μ�ρες κυνηγο�σα.
Κι �ταν γατζ�ναν στις παγ�δες μου,
τ �πλο γυρνο�σα κατ εμ�.
Ε�στοχος... κι αυτοκτονο�σα.
Στα �νειρα για τ' �πειρο κινο�σα,
καθ�ς οι λ�αινες μ' �ντυναν χαλιν�ρι.
Πεσκ�σι, για την π�ντοτε εγκυμονο�σα,
μητ�ρα, στο �δειο μαξιλ�ρι.
Τ�ρα, των �στρων κ�βω τα σκοινι�,
να καθρεφτ�ζονται στα μ�ρμαρα.
�μορφη π�ντα η νι�τη αντηχ�,
μ�σα στην �δεια κ�μαρα.
(αφιερωμ�νο στον Μ�λτο Σαχτο�ρη)
Εμμ�τρως πλην ρητορικ�ς
Π�ς να αρπ�ξεις τα πιν�λα του παιδιο�...
στην ρ�χη μας χαρ�κωσε, �λιος ζωγραφισμ�νος.
Δεν �ταν ο Αυγουστι�τικος κ�ποιου μεσημεριο�,
μ' αυτ�ς που δεν αφ�σαμε να λ�μψει δοξασμ�νος.
Κι εσ� φιλ�συχε πατ�ρα των καιρ�ν,
τα δ�χτυα κ�ντρα στο βορρ� π�ς να πετ�ξεις;
Ψαλιδωτ�ς φυτρ�νουνε ουρ�ς χελιδονι�ν
και μ�σα απ' τα πανι� γλιστρο�ν που ξ�χασες να ρ�ψεις.
Π�ς γ�νηκε να φτ�σουνε ψηλ�τερα απ� μ�να...
τα δ�ντρα, εκε�να του καλοκαιριο� στο ψ�λωμα,
στο δι�βα τους δεν πλ�κωσαν καν�ναν
μον�χα το νερ� ζητο�ν, αντ�λλαγμα ασκιανο�.
Στον �πνο, μουσαφ�ρηδες με χε�λη ροδαλ�
π�ς να σωθ� απ' τα ιερ� που �πλισαν καν�νια...
Κι ο γ�ροντας που β�ζει μπρος να τραγουδ�,
εμ�θυσε κι απ�νω μου, ξεπ�ζεψε τα χρ�νια.
Ρωτ� κι αυτο�ς που σ�πασαν � πρ�σταξαν «Σιωπ� !»
το α�μα στο τσεκο�ρι της, π�ς θα το καθαρ�σουν;
Και αν τα φτωχ� τα λ�για μου, �στω για μια στιγμ�,
το «τ� σημα�νει �νθρωπος» μπορο�ν να τους θυμ�σουν.
|