�σο
�σο ο �νθρωπος, ανθρ�πους θα χτυπ�ει,
�σο ο καθε�ς στον �λλονε, �δικα θα ξεσπ�ει,
�σο ο φανατισμ�ς στραβ� θα μας κοιτ�ει,
�σο τον ιδρ�τα μας, �λλος θα τον μασ�ει,
�σο �θος κι’ ανθρωπι�, λ�ξεις κο�φιες θα ‘ναι,
�σο υπ�ρχουν δυνατο�, αδ�ναμους να πατ�νε,
�σο το �χει και το βι�ς, �λλοι θα το μαδ�νε,
�σο το μ�σος κι’ ï¿½δικο ζω� θα κυβερν�νε,
�σο �νας �νθρωπος, τον �λλο θα σκλαβ�νει,
�σο υπ�ρχει π�λεμος ζω� για να σκοτ�νει,
�σο πολλο� δεν �χουνε, ο�τε ψωμ� να φ�νε,
τα βρ�δια μ�νουν νηστικο�, και το πρω� πειν�νε,
�σο υπ�ρχουν �νεργοι, σαν �χρηστοι να μ�νουν,
και �σο το ζων�ρι τους, πολ� σφιχτ� θα δ�νουν,
λευκ� δεν θα φορ� ποτ�, και μα�ρα θα τα β�φω,
δεν θα μπορ� χαρο�μενα, ποτ� μου για να γρ�φω.
�σο σε το�τη τη ζω�, τ�ποτε δεν ορ�ζω,
τα χρ�ματα θα χ�νονται, θα βλ�πω μ�νο γκρ�ζο.
Μια εμπειρ�α
Το σκ�φτηκα, το ζ�γιασα, αν πρ�πει να μιλ�σω,
μια «εμπειρï¿½α» αλλ�κοτη, να σας εξιστορ�σω.
Οι στο�χοι αλληγορικο� θ�λουν να πο�νε �λλο.
Κ�τι πολ� βαθ�τερο, σε ν�ημα μεγ�λο.
Καβ�λησα την μηχαν�, στην εξοχ� να π�ω,
απ� την π�λη πια να βγω, α�ρα για να π�ρω.
Της �νοιξης της ομορφι�ς να δω, να τις χορτ�σω.
Πουλι�-λουλο�δια-�ντομα, τ�ποτα να μη χ�σω.
( Λ�γο πιο κ�τω απ’ το βουν� ε�πα να σταματ�σω,
ν’ αφ�σω πια τη μηχαν�, και να οδοιπορ�σω.
Βγ�κα στην �κρη στ�θμευσα, πεζ�ς να συνεχ�σω,
να ηρεμ�σει πια ο νους, το �γχος να νικ�σω.)
Αν�μεσα σε λο�λουδα κι’ ευωδιαστ� θυμ�ρι,
π�τε στο χ�μα π�ταγα και π�τε στο χορτ�ρι,
Αμ�ριμνος περπ�τα κι’ ï¿½τσι οδοιπορο�σα,
Ψηλ� το βλ�μμα �στελνα, και χ�μω δεν κοιτο�σα.
Τα β�ματ� μου �σερνα, κλοτσ�ντας κ�ποια π�τρα,
κι’ ακο�ω απ� χ�μω μια φων�, �κραζε, δεν χαιρ�τα.
Ξαφνι�στηκα, φοβ�θηκα, αντ�ριασε η ψυχ� μου,
Γιατ� παιχν�δια ν�μισα πως μου ‘παιζε ο νους μου.
-Εεεεε �νθρωπε που πας; Πατ�ς και δεν προσ�χεις,
ε�μαστε της ζω�ς κι’ εμε�ς ψυχ�ς, εσ� τον κ�σμο �χεις.
Το μπ�ι σ�κωσες ψηλ�, και χ�μω δεν κοιτ�ζεις,
στης φ�σης τ’ �λλα πλ�σματα, �νθρωπε συ δεν λογαρι�ζεις.
�σκυψα κ�τω για να δω, και τι λαχτ�ρα Θε� μου!
Τ�τοια εγ� δεν θα�μασα μες τη ζω� ποτ� μου.
«Στρατι�τες» �τανε θαρρ�, βαστο�σαν καραο�λι,
για να προσ�χουν τη σοδι� �που εμαζ�ψαν ο�λοι.
-Συγν�μη κ�ριε μ�ρμηγκα, δ�κιο μεγ�λο �χεις.
Σκ�πιμα δεν το �καμα θ�λω να το κατ�χεις.
Το σπ�τι σου δεν �θελα ποτ� να το γκρεμ�σω
Και τη σοδι� που μ�ζεψες εγ� να την σκορπ�σω.
-Κ�τσε εδ� ν’ αφουγκραστε�ς, και να παρατηρ�σεις,
απ� τον β�ο μας εσ�, πολλ� ‘χεις να κερδ�σεις.
Εμ�ς, �νθρωπε να δεις που μας περιφρονε�τε,
και που ποτ� δεν νοι�ζεστε �ταν εμ�ς πατε�τε.
-Μια κοινων�α ζηλευτ� φτι�ξαμε ‘μεις μεγ�λη.
Σε δ�κιο και ισονομι� δεν θα υπ�ρξει �λλη.
Κ�τσε και παρατ�ρησε τι κ�νουν οι εργ�τες.
Σαν το φορτ�ο τους βαρ�, τους δ�νουν �λλες πλ�τες.
-Και τη σοδι� εμε�ς μοιρ�ζουμε, δ�καια και στα �σια,
και που καν�νας απ’ αυτ�ν δεν πα�ρνει για περ�σσια.
Εργ�τες μ�νο �χουμε, μα και απλο�ς στρατι�τες.
Ελ�χιστοι οι στρατηγο�, καθ�λου οι προδ�τες.
-Αφεντικ� εμε�ς δεν �χουμε, μ�νο για να διατ�ζουν,
να μας αρπ�ζουνε το βι�ς χωρ�ς να λογαρι�ζουν.
Εμε�ς δεν �χουμε αρχηγο�ς μ�νο να «κυβερν�νε»,
κατ� πως θ�λουνε αυτο� χωρ�ς να μας ρωτ�νε.
-Μιλ�τε ‘σεις για ισ�τητα-σωστ�-δικαιοσ�νη,
στην πρ�ξη �μως χωλα�νετε, κανε�ς σας δεν τα δ�νει.
Ποιο ε�ναι το πιστε�ω σας, και το ιδανικ� σας;
Το «σ�μπαν» να γκρεμ�ζετε σαν να ‘τανε δικ� σας;
Στα�ρωση κι Αν�σταση
�σο υπ�ρχουν �νθρωποι, ανθρ�πους να σταυρ�νουν.
�σο τους δ�νουνε βαρ�, σταυρ� για να σηκ�νουν,
�σο η καρδι�ς ε�ναι σκληρ�ς, λ�γο δεν μαλακ�νουν,
�σο το χ�ρι που βοηθ�, �νθρωποι το δαγκ�νουν….
Τ�τε αν θα ‘ρθει ο Χριστ�ς, π�λι θα μαστιγ�νουν,
π�λι σε ξ�λινο σταυρ�, αυτο� θα τον καρφ�νουν.
Δι�τι �ταν �νθρωπος, τον �νθρωπο πληγ�νει,
ε�ναι σαν π�ει το Χριστ�, � �διος να σταυρ�νει.
Υπ�ρχουν �νθρωποι καλο� που το «χριστ�» φροντ�ζουν,
και που ποτ� τους αλλουνο�ς ανθρ�πους δεν ραπ�ζουν.
�μως τη μο�ρα στη ζω�, «δα�μονες» την ορ�ζουν,
και που τα �νειρ� μας ε�κολα, �ρχονται και τσακ�ζουν.
�σο στεκ�μαστε απαθε�ς, κι’ αδι�φορα κοιτ�με,
�σο αφ�νουμε �καρδους, για να μας κυνηγ�νε,
να μας τσακ�ζουν τη ζω�, κ�τω να μας κτυπ�νε,
ποτ� δε θ’ αναστ�σουμε, π�ντα θα μας πατ�νε.
Ψυχ� Φυλακισμ�νη
�ρπαξαν την ψυχ� μου και τη φυλ�κισαν.
Σ’ αν�λιαγα και σκοτειν� κελι�, ψυχ� και νου τα κλε�σανε.
Με μ�νταλα βαρι� αμπ�ρωσαν.
Κι’ αλυσ�δες χονδρ�ς, στα π�δια τους περ�σαν.
Σιδηροδ�σμια τ�ρα πια, πως το �να τ’ �λλο να βοηθ�σει;
Ψ�χνουν δι�ξοδο να βρουν, μια φωτειν� γραμμ�,
το δρ�μο διαφυγ�ς για να τους δε�ξει.
Κι’ οι λ�ξεις, πισθ�γκωνα κι’ αυτ�ς δεμ�νες,
μ�ταια παλε�ουν �ξω για να βγουν.
Ε�ναι �λα βαρι� και σκοτειν�, αχτ�δα φως δεν μπα�νει εκε� μ�σα.
Δεν βλ�πω τ�ποτα.
Ψηλαφιστ�, τους το�χους της ψυχ�ς μου ψ�χνω.
Πως τ’ ατσαλ�νια αυτ� δεσμ� να σπ�σω;
Πως η ψυχ� κι’ ο νους, αγ�ρα λευτερι�ς θ’ αναπνε�σουν;
|