
«Και μην ξεχν�τε, σ�μερα δεν κουνι�ται τ�ποτε λ�γω της απεργ�ας» �ταν η φρ�ση που �κουσα προτο� κλε�σω το ραδι�φωνο. Η σκ�ψη «για μια ακ�μα φορ� θα γ�νει η ζω� μου δ�σκολη» συνοψ�ζει αυτ� που �νιωσα εκε�νη τη στιγμ�. Μη �χοντας �λλη επιλογ� απ� το να περπατ�σω, ξεκ�νησα με τη δι�θεση μου να �χει βρεθε� και σε καλ�τερη κατ�σταση… Μετ� απ� αρκετ� �ρα οδοιπορ�ας και προκειμ�νου να αποφ�γω την �ντονη κ�νηση, τρ�πωσα σε �να στεν� και ιδια�τερο δρομ�κι. �χοντας γν�ση πως σε αυτο�ς τους �χι και πολυσ�χναστους πλακ�στρωτους δρ�μους βρ�σκεται �λη η ομορφι� και η γραφικ�τητα μιας π�λης, επιβρ�δυνα το β�μα μου, εκμεταλλευ�μενος την ευκαιρ�α που μου ε�χε δοθε�.
Καθ�ς δι�σχιζα τον δρ�μο, κατ� τα �λλα �δειο απ� κ�σμο, αρκετ� μ�τρα μπροστ� μου �ταν καθισμ�νη σε �να πεζο�λι μια γυνα�κα, εκτε�νοντας τα χ�ρια της προς τη μερι� των περαστικ�ν. Παρατηρ�ντας την αινιγματικ� της μορφ� προσεκτικ�τερα, ο καθ�νας μπορο�σε να διακρ�νει πως το αλλ�κοτο �ταν ο σ�ντροφ�ς της σε εκε�νο το πεζοδρ�μιο.
Οι κιν�σεις και η στ�ση της, πρ�διδαν �τομο ευγεν�ς, τα ρο�χα και τα κοσμ�ματα που φιγουρ�ριζαν επ�νω της, πρ�σωπο ευκατ�στατο. �σως απ� περι�ργεια, περισσ�τερο μ�λλον απ� την ασυν�θιστη εικ�να, �μεινα να την κοιτ�ω και να συλλογ�ζομαι, χωρ�ς β�βαια να τη φ�ρω σε δ�σκολη θ�ση. Εκε�νη τη στιγμ� �τυχε να βολτ�ρει �νας νεαρ�ς, το βλ�μμα του οπο�ου, μ�λις διασταυρ�θηκε με την �ψη της γυνα�κας, �δωσε στο πρ�σωπ� του μια �κφραση περιφρ�νησης και θυμο�. Αφο� την πλησ�ασε και της �δειξε την πλ�ον ζω�δη πλευρ� του εαυτο� του, πριν φ�γει την �φτυσε. «Τ�σα χρ�νια �τρωγες στις πλ�τες των �λλων, τ�ρα �παθες αυτ� που σου αξ�ζει» ï¿½ταν τα τελευτα�α του λ�για, που δεν δυσκολε�τηκα να ακο�σω καθ�ς φ�ναζε ξεσπ�ντας �λη την οργ� που ε�χε. Η γυνα�κα, μην �χοντας �λλα αποθ�ματα κουρ�γιου, σηκ�θηκε και �κανε να φ�γει.
Πριν χαθε� εντελ�ς γ�ρισε το κεφ�λι της και τα βλ�μματ� μας διασταυρ�θηκαν. Τα μ�τια της �ταν βουρκωμ�να και οι εκφρ�σεις της λυπημ�νες. �σκυψε το κεφ�λι της και χ�θηκε στο στεν� πλακ�στρωτο δρομ�κι. Μη μπορ�ντας ακ�μα να πιστ�ψω το γεγον�ς στο οπο�ο �μουν μ�ρτυρας, �μεινα στην αρχικ� μου θ�ση, συλλογιζ�μενος π�σο αν�σχυρος και μικρ�ς �μουν, �χοντας στο μυαλ� μου �λα εκε�να τα πρ�γματα που θα μπορο�σα να κ�νω, στο τ�λος, �μως αποδε�χτηκα αδ�ναμος. �σως θα μπορο�σα να αποτρ�ψω το συμβ�ν αν ε�χα δρ�σει, �σως αυτ� η γυνα�κα, αυτ� τη μ�ρα, να �νιωθε πως κ�ποιος, �στω και �γνωστος, �ταν δ�πλα της, �ταν οι δικο� της �νθρωποι την ε�χαν εγκαταλε�ψει, �σως ε�χα καταφ�ρει να κ�νω τη δικ� της ζω� πιο ε�κολη εκε�νη τη στιγμ�. Και �μως �μουν εκε�, καθηλωμ�νος π�σω απ� �να το�χο, κρυμμ�νος, αφ�νοντας τα γεγον�τα να με παρασ�ρουν μαζ� τους.
Ποιος �ταν αυτ�ς ο �ντρας και ποια αυτ� η γυνα�κα; Ποιος και γιατ� οδ�γησαν κ�ποιον σε αυτ� την αντ�δραση με θ�μα �ναν �γνωστο και αν�σχυρο… ï¿½λλον; Πο� θα μπορο�σε να ε�χε οδηγ�σει αυτ� η �κρηξη οργ�ς και αυτ� η πρ�ξη; Ερωτ�ματα που ταλ�νιζαν το μυαλ� και τις σκ�ψεις μου. Και �μως η απ�ντηση �ταν εκε�. �λη την �ρα ε�χα την απ�ντηση απλ� δεν �ξερα πως να τη χρησιμοποι�σω. Τα βουρκωμ�να μ�τια του �λλου �κρυβαν μ�σα τους την απ�ντηση που αναζητο�σα. Το θλιμμ�νο και ατιμασμ�νο βλ�μμα του �λλου �λυνε �λες τις απορ�ες που μου ε�χαν γεννηθε�. Και τ�τε προ�κυψε μια ακ�μη μεγαλ�τερη ερ�τηση: μ�χρι που μπορο�ν να οδηγ�σουν οι καταστ�σεις τον �νθρωπο;







