�λαβα το γρ�μμα σου εχθ�ς. Ξ�ρω, δεν νοι�θεις υπερ�φανος για το σ�μερ� μας… Ο�τε εγ�. �μως να ξ�ρεις πως �ταν σφ�γγεται η καρδι�, η λ�πηση γ�νεται χε�μαρρος και ξεσπ�. Απ� το ξεθ�ωμα της πορε�ας στην ιστορ�α, αν�μεσα σε λ�ξεις και εικ�νες μ�χης σου, περιπλαν�θηκα και μ�θυσαν τα μ�τια μου απ� τις μορφ�ς τις τυραννημ�νες… Τ�τε περνο�σαν πεζικ�. Τ�ρα περν�νε ογκ�δη απ�νθρωπα μ�τρα και τα ΝΑΙ τους με φοβ�ζουν. Μοι�ζουν οι εποχ�ς μας, παππο�. Ξ�ρεις, τ�τε, εσε�ς κοιτο�σατε το ψωμ�, την κουραμ�να και την μπομπ�τα και κλα�γατε απ� μ�σα σας μια θ�λασσα. Και τ�ρα, μην νομ�ζεις… Στραπατσαρισμ�να κουτσα�νοντας κινο�νται τα μυαλ� μας �πως – �πως στο ψωμ� της μ�ρας μας. Οι μ�ρες μας, παππο�, μας κοιτ�νε με μ�τι σαστισμ�νο, αδειαν�. Αφο� περ�σει καν�να λεφο�σι κ�σμος που ξεπ�ρτισε για το μ�λλον του, βλ�πεις κ�που – κ�που να �χουν ξεμε�νει σκ�ψεις να χ�σκουν, καθισμ�νες σε παγκ�κια. Κοιτ�νε τον ουραν�, περπατ�νε με το βλ�μμα τους τον κ�σμο γ�ρω τους, περι�ρχονται σε δωμ�τια μεγ�λα, �δεια με ιδ�ες και λ�ξεις, παππο�…
Μιλο�σες θυμ�μαι για τους �ρωες. Τους… βραδυπορο�ντες. �νας, γρ�φεις, �χει χτυπ�σει το π�δι του, το περπατ� προσεκτικ�, σαν �γιο λε�ψανο, φασκιωμ�νο με τραγικ� κουρ�λια. Και τ�ρα, μην νομ�ζεις… Ο κ�σμος ντ�θηκε την θλ�ψη του και βολοδ�ρνει με �δειες κουβ�ντες, τα σ�ματ� του βαρι�ς π�τρες σ�ρνει με σκοιν� την μπ�ρεσ� του στους δρ�μους. Να, να εκε� παππο�, �χει λ�γο κομμ�τι �λιο. Βλ�πεις; Μα τι ε�ναι αυτ� η σκι�, παππο�; �νας �νθρωπος αν�μπορος, προσπαθε� να διασχ�σει τον δρ�μο. Παρασ�ρνει το κορμ� του �νας �νεμος. �χημα φορτωμ�νο τα γκ�ζια του �λα, ο καιρ�ς, παππο�. Και παραδ�πλα, φοβισμ�νος �νας ξ�νος στην χ�ρα, τον κοιτ� και δεν τολμ� να απλ�σει το χ�ρι. Αλλι�ς �ταν τ�τε, γρ�φεις. Τ�τε συντρ�φευαν ο �νας τον �λλο. Τ�ρα ποδαρ�τοι πηγα�νουμε μοναχο�. Μοναχο� και μ�νοι, παλε�οντας με ανεμομ�λους και με εχθρο�ς.
Αγιασμ�νο αθ�νατο ελληνικ� ριζικ�. Απ� την Σμ�ρνη, ηγ�τες των ονε�ρων, προμηθευτ�ς του μεγαλε�ου μιας Ελλ�δας που πν�ξαμε στην γ�ζα, στο γ�ψο, στην ζητιανι�. Τρεις ουγκι�ς μ�λλον και �μως ακ�μα εδ� κολλημ�νοι, παππο�. Υποβαστ�ζουμε το χθες με κιτρινισμ�νες φωτογραφ�ες, κειμ�λιο των �νδοξων καιρ�ν. Τ�ποτε δεν περισ�σαμε για το σ�μερα και το α�ριο. Τ�ποτε. Με τις δικ�ς σας καραμπ�νες τιν�ξαμε τα κορμι�, κουφ�ρια στον α�ρα. Σε μια σειρ� στο γρ�μμα σου, το δι�βασα σταρ�τα. Το λες! �ργωσες μ�σα σε δυο μ�λις γενι�ς, τη Μακεδον�α, την �πειρο, την Αλβαν�α, την Θρ�κη, την Ουκραν�α, τη Μικρ� Ασ�α, και π�λι την �πειρο, την Αλβαν�α - τ�ρα. Κι εμε�ς, παππο�. Οργ�νουμε το �ρρωστ� μας χ�μα και δεν λ�ει να καρπ�σει.
Μ�σα μου βαθι� παππο�, τρεμοπα�ζει �να εμβατ�ριο. Μα το φοβ�μαι μην με κατασπαρ�ξει. Μην βγει �ξω σαν θερι� αν�μερο και μου φ�ει τις σ�ρκες. Τη μν�μη προσπαθ� να περισ�σω παππο�. Τη μν�μη που σκουρι�ζει στης θ�λασσας τη λ�θη. Στο κ�μα που παρ�συρε το χθες μας. Την ιστορ�α μας. Στην θ�λασσα που χ�ραξε �λλες πορε�ες. Προς τον βορ�. �θελε να μοι�ζει παππο�, ακο�ς; Να μοι�ζει. �ΧΙ να ε�ναι! Σε λ�γα μ�λις χρ�νια, �να τροχοφ�ρο εκσυγχρονισμο�, καταπ�τησε το σ�μερ� μου. Το α�ρι� μου. Το χθες μας! �νιωσα την καρδι� μου να τρεμοπα�ζει απ� σπαραγμ� και περηφ�νια παππο�. Κι �ταν �λα μου τα συναισθ�ματα εκε� μαζεμ�να, στο προα�λιο των αναμν�σεων με την σχολικ� τους ποδι�, καλοσιδερωμ�νο ηθικ�, ολοζ�ντανο μ�τωπο στεντ�ρειο και ανοιχτ� προς τους ουρανο�ς. Κι απ’ �ξω, απιθωμ�νοι απ� της ψυχ�ς μου τα οδοφρ�γματα, παππο�, �φησα αυτο�ς, που «πολιτισμ�νοι» επιδρομε�ς, χυμ�ντας κατ� π�νω μας με μηχαν�ς θαν�του, ξερν�νε το σαρ�κι τους, κεραυν� και λ�σπη στο «σ�μερ�» μας.
Απ� το '12 παππο�, �μαθες τι π�ει να πει ΞΕΝΟΣ. Απ� το σπ�τι, στον κ�πο κι απ� εκε� σε β�ρκα κι απ� εκε� σε �λλο σπ�τι κι απ� εκε� σε �λλο κι �λλο κι �λλο… Και τ�ρα παππο�, που; �πατρις, πυργ�νεις την σιωπ� σου, μετρ�ς σπιθαμ�ς την οργ� μ�σα μου παππο� και με χτ�ζεις θ�ρρος. Μπορε� να ξαστοχε� η ζω�, μα το ΘΕΛΩ μου ΜΠΟΡΕΙ! Την σημα�α παππο�. ΤΗΝ ΣΗΜΑΙΑ. ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ παππο�. ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ. Σπαρ�ζω στο σημε�ο με την ψυχ� μου. Για την χ�ρα μου που ξεπουλ�νε. �ΧΙ. Δεν μου αν�κει η χ�ρα. Σε καν�ναν δεν αν�κει. Την χτ�ζουμε, την μεταμορφ�νουμε, της φτι�χνουμε την ελπ�δα. Στον εξ�στη των ματι�ν μου, σκαρφαλ�νει το �πος σου παππο�. Το 40, λες, παλ�ψατε σαν παλικ�ρια. Σαν βουν�. Σαν �σκιοι πελ�ριοι που σκι�σατε τα σ�ννεφα. Η μ�ρα �ταν Δευτ�ρα. Ξεκινο�σε μια ν�α εβδομ�δα ο Θε�ς. Οι καμπ�νες τσ�κισαν τα γ�νατα. Κ�σμος π�γαινε δουλει�, �λλοι πι�ναν την σοδει�, η μητ�ρα κι ο πατ�ρας στο λιοτρ�βι. Του πατ�ρα του �ρεσαν, λες, τα φ�λλα της λεμονι�ς. Τα χ�ιδευε και ταξ�δευε π�σω στην Μπ�λα Β�στα με τις μεγ�λες αυλ�ς και τους φραγκομαχαλ�δες. Και τ�τε, λες, ε�χε χτυπ�σει κι �λλη καμπ�να. Στην Αγ�α Φωτειν�. Τ�τε που τα καρ�βια γ�μιζαν πτ�ματα και ζωντανο�ς �πως �πως στοιβαγμ�νους. �λλοι για το �νειρο κι �λλοι για τον εφι�λτη. Τ�ρα χτυπο�σε δε�τερη φορ� καμπ�να.
Ξαφνικ�, ο κ�σμος σ�στισε. �τρεχε με π�δια και χ�ρια. Και με το μυαλ� στον φ�βο. Τηλ�φωνα δεν ε�χατε, ρ�δια, τηλε�ραση, π�γατε στην πλατε�α. Η ε�δηση �ρθε στο πιο κοντιν� αστυνομικ� τμ�μα. Σε λ�γο μια λ�ξη κ�λυψε την πλ�ση. «Π�λεμος! π�λεμος!». Η Ιταλ�α �μπαινε στην Π�νδο. Ο Μεταξ�ς. �να μεγ�λο ΟΧΙ. Επιστρ�τευση. �νδρες μπα�νουν στα σπ�τια. Κι εσ� αμο�στακο παιδ�, φορ�ς το χακ�. Ντ�νονται της μ�νας την ευχ� και μπα�νουν στο πρ�το τρα�νο. Σταθμ�ς. Κι απ’ τα χωρι�, παιδι� κατ�βηκαν στην π�λη. �να σμ�ρι κ�σμος ζυμωμ�νος. Μ�τια υγρ�. Παππο�, θα γυρ�σεις νικητ�ς. Ποιος νικητ�ς και ποιος νικημ�νος; Γυνα�κες με τους �ντρες τους. Αντ�ο. Αγκαλι�ς. Ευχ�ς. «Να προσ�χεις». «Να μου γρ�φεις». Και μετ�, το τρα�νο �φυγε. �πιασε ομ�χλη.
Τα υπ�λοιπα τα ’γραψε η ιστορ�α. Και τα τραγο�δια που �κανε κ�μπο στο λαιμ� ο κοσμ�κης και �μνησε το μεγαλε�ο σας. Στο σ�μερα παππο�, κανε�ς δεν τα θυμ�ται, μ�λλον. � δεν θ�λει να τα θυμ�ται. Τ�ρα υπ�ρχει �λλη κατοχ�, να τους τα�ζει το μυαλ�, παππο�. �λλοι κουβαλ�νε τα παιδι� τους σε σταθμο�ς για �λλα ταξ�δια, �λλες πορε�ες, �λλες μ�χες. Χωρ�ς �πλα. Και οι «Μεταξ�δες» φων�ζουν στον λα� ΟΧΙ! Μα το δικ� μου �ΧΙ παππο�, δεν το ε�πα ακ�μη. Παππο�... �χω τ�ση δ�ναμη μ�σα μου που μπορ� σε μια αγκαλι� και την σιωπ� μου, να φουρτουνι�σω το μ�σα μου και να φων�ξω ΝΑΙ!







